Κυριακή 21 Αυγούστου 2011

Το σκοτάδι του νου καταπίνει τις σκέψεις,δε βρήκε απάντηση στα γιατί τα πολλά,γιατί λίγοι τυχεροί θα ακούσουν βοές,οι πιο πολλοί χορτασμένοι σιωπές γέρνοντας να ξαποστάσουν θα σβήσουν.
Μέσα από τα σύννεφα πρόβαλλε ένα θλιμμένο φεγγάρι,μπρός μου η στράτα του χορεύει στην ανήσυχη θάλασσα.Στέκω βουβή στη μοναξιά μου και σκέφτομαι,γιατί όλο δρόμους ψάχνω να διαβώ και η ανάζητηση δεν έχει τελειωμό;Με πνίγουν οι μοναχικές βραδειές κι ας το ελπιδοφόρο φεγγάρι μου γνέφει από ψηλά. Πιότερο φοβάμαι το αύριο πως θάναι. Προσπαθώ να αφήσω τη ζωή μου να κυλήσει στο ποτάμι κι ας μη ξέρω που θα βγάλει.
Κουράστηκα να αναρωτιέμαι τι θα μπορούσα νάχα κάνει για να σε κρατήσω.Αρχίζω να θυμάμαι...αρχίζω να ξεχνώ.Δύσκολο πράγμα ο έρωτας...Δεν υπολογίζει ποτέ όσα μας λείπουν..ποτέ... Με λίγες αναμνήσεις αγκαλιά με λίγα όνειρα.
Στις σιωπές της νύχτας μνήμες ξεπηδούν φωλιασμένες στα συρτάρια του νου καιρό τώρα,είναι της όμορφης νιότης,γαλήνιες οι θάλασσες,γλυκό το χαμογιέλιο,θαρρείς λείπαν οι έγνοιες. φωτεινά τα μάτια.Μια υπόσχεση δόθηκε οι στιγμές της ζωής την ξεχάσαν. Μη ψάχνεις να βεις τι θα δεις σα θαρθείς.
Είναι κάτι στιγμές που το κενό πληθαίνει γίνεται ένα με το απέραντο το μη υπαρκτό, παύουν τα συναισθήματα,το απόλυτο τίποτα γίνεται κυρίαρχος.Η σκέψη μετέωρη ανάμεσα στο τώρα στο πριν,βουβή στο μετά.Αλήθεια υπήρξα;σαν ονειρο ο καιρός ο δικός μου. Γλυκόπικρη η γεύση,καποιες φορές λείπει κι αυτή.Τι γύρεψα;τι βρήκα;τόσος δρόμος που ήμουν και δε με είδα;κι αυτοί οι άλλοι οι συνοδοιπόροι γιατί δεν ήταν πλάι;μόνη πορεύτηκα ,στο διάβα μου τραχειές οι πέτρες ,οι άνεμοι κόντρα κι εγώ θεατής της ζωής μου.