Κυριακή 19 Δεκεμβρίου 2010



Ζυγώνουν οι γιορτές,πληθαίνει η μοναξιά.Φώτα και στολίδια περίσσια στους δρόμους,τα χαμόγελα όμως λιγοστά κι οι λέξεις ελάχιστες.Εκκωφαντικοί θόρυβοι τριγύρω και μέσα σιωπή,μοναχά η σκέψη η άγρυπνη σε μακρινά ταξίδια(πιστή συντρόφισσα της καρδιάς )να γεφυρώνει χάσμματα.


Το όνειρο θέλει ψυχή και καρδιά για να το κατακτήσεις,και τ όνειρο το ξύπνιο υπομονή και δύναμη ,θάρρος και θυσίες,θέλει αγώνα να το κρατήσεις ζωντανό για να μπορείς να δημιουργήσεις το μέλλον. Αυτή την ώρα που η μέρα φορτωμένη γέρνει ν αποκοιμηθεί το γλυκό δείλι ξυπνά τα θέλω αναταράσσει τις αισθήσεις ,ζητά απαντήσεις στα γιατί τα πολλά.Αυτή την ώρα πληθαίνουν οι επιθυμίες οι ανεκπλήρωτες και τα κενά γεμίζουν με θλίψη...Κι όμως λίγες λέξεις αρκετές ν ανθίσουν χαμόγελα.


Παρασκευή 17 Δεκεμβρίου 2010

Σφαλιστές πόρτες.

Ξανά φοβισμένα θέλω,πάλι τρομαγμένες ελπίδες,κι ο ήλιος εκεί ψηλά που βιάστηκε να δύσει,πριν προλάβει να φωτίσει τα σκοτάδια Μια πόρτα κλειστή,κι ένας λαθρεπιβάτης που μπήκε απ τη χαραμάδα να πάρει ότι δεν θέλησες να δώσεις,κι ο θόρυβος τόσο δυνατός,τόσο εκκωφαντικός που δεν τον αντέχεις।Αλήθεια πως μπορεί μια πόρτα κλειστή να κάνει τόσο θόρυβο στη σιωπή της μοναξιάς;Ματωμένα γόνατα και σκόρπια κομμάτια της ψυχής πεταμένα τριγύρω.

Η ζωή είναι ωραία θα σου πουν, αλήθεια;πότε;όταν περνώντας βιαστικά κεράσει μια ελπίδα;μα όταν πέρασε από δω μοναχά σφαλιστές πόρτες άφησε και τίποτε άλλο και τα χαμόγελα τα ψεύτικα ,έτσι αν σου πουν τώρα για μια ζωή ξέρεις τι θα απαντήσεις .

Τρίτη 7 Δεκεμβρίου 2010

Απομεινάρια .

Από μια χαραμάδα πούχα αφήσει ανοιχτή η στερνή αχτίδα του ήλιου που έγερνε στη δύση του



έβαψε μαβιά τη γκρίζα θλίψη μου ,κι όταν η πλανεύτρα νύχτα με τύλιγε στα πέπλα της ξεμάκρενα σ αδιάβατα μονοπάτια να σεργιανάω ανάμεσα στα αστέρια


εκεί που όμορφες λέξεις στολισμένες με σκόνη φεγγαριού φαντάζανε χρυσές.
Αιώνια απορία του σύμπαντος,θύελλα συναισθημάτων,θειάφι ,χρυσός,φως,στάχυα γινομένα σ άγονα περβόλια ποτισμένα με δάκρυ,λάδι ιτιάς όλα μαζί γινήκανε συντρίμια όταν αγέρας μάζεψε τη σκόνη τη χρυσή του φεγγαριού κι απόμειναν γυμνές.

Του ήλιου το πλάγιασμα έπεφτε στα μακρινά βουνά ,κι η νύχτα η μαβιά πάνω στον κόσμο.

Ένα κοματάκι ήλιου κρύφτηκε στον κόρφο μου.Σε θυμόμουνα με την καρδιά σφιγμένη,απο κείνη τη θλίψη που μου την έμαθες εσύ,κι ένοιωθα τόσο χαμένος,τόσο απόμακρος ,τόσο πληγωμένοςκαι τόσο μόνος.

Γιατί τις νύχτες σε νοιώθω τόσο απόμακρη;γιατί κάθε δειλινό ξεμακραίνεις από κοντά μου;

Σεργιανίστρα μέσα στα σκοτάδια της νύχτας,κοίτα τα συντρίμια των αστεριών,που αιωρούνται στον ουρανό!

Κυρία των δειλινών,έρχεσαι απο πολύ μακριά!προσπαθώ να σε σταματήσω ανεπιτυχώς.

Εσύ ,σχεδιάζεις τον ουρανό μ ένα λευκό κρινάκι πυρκαγιάς.

Είσαι φτιαγμένη από το παν.Από το φως,από στάχυα,από δάκρυα,από λάδι ιτιάς,είσαι η αιώνια απορία του σύμπαντος।Είσαι θύελλα που έθαψε τα σκιρτήματα μου,σε μηνύματα από άνθρακα,θειάφι και χρυσάφι!Οτι δεν έχω αγαπώ.Κι είσαι τόσο μακριά!