Από μια χαραμάδα πούχα αφήσει ανοιχτή η στερνή αχτίδα του ήλιου που έγερνε στη δύση του
έβαψε μαβιά τη γκρίζα θλίψη μου ,κι όταν η πλανεύτρα νύχτα με τύλιγε στα πέπλα της ξεμάκρενα σ αδιάβατα μονοπάτια να σεργιανάω ανάμεσα στα αστέρια
εκεί που όμορφες λέξεις στολισμένες με σκόνη φεγγαριού φαντάζανε χρυσές.
Αιώνια απορία του σύμπαντος,θύελλα συναισθημάτων,θειάφι ,χρυσός,φως,στάχυα γινομένα σ άγονα περβόλια ποτισμένα με δάκρυ,λάδι ιτιάς όλα μαζί γινήκανε συντρίμια όταν αγέρας μάζεψε τη σκόνη τη χρυσή του φεγγαριού κι απόμειναν γυμνές.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου